«ΣΟΦΟΙ» ΚΑΙ ΑΕΙ
Το πόρισμα εμπειρογνωμόνων για το πανεπιστήμιο

Δεν χρειάζονταν ασφαλώς κάποιες μαντικές ικανότητες για να προβλεφθεί το άδοξο τέλος του κατ’ ευφημισμόν διαλόγου του «Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας». Γιατί ορισμένοι γνωρίζαμε ήδη, εκτός των άλλων, και την τύχη των ομόλογων εγχειρημάτων του 1991 (υπουργός Γ. Σουφλιάς) και του 1987 (υπουργός Α. Τρίτσης), για να περιοριστώ μόνο σ’ αυτές τις δύο  περιπτώσεις από το παρελθόν.
Το υπουργείο Παιδείας, ωστόσο, δεν πτοήθηκε. Μόλις έσβησαν και τα τελευταία πυροτεχνήματα του «διαλόγου», η ιδεολογία των «ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων» στρογγυλοκάθισε για τα καλά στην πανεπιστημιακή νομοθεσία (νόμος 3374/2005) και μια διορισμένη επιτροπή οχτώ πανεπιστημιακών, στο πλαίσιο του «Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας», βάλθηκε να της προσγράψει αδρομερώς ένα πρώτο πεδίο έμπρακτης λειτουργικότητας.
Η επιτροπή των εμπειρογνωμόνων - «σοφούς» τους ανέβαζε και τους κατέβαζε ο τύπος - μόλις που πρόλαβε να δημοσιοποιήσει ένα πρώτο συνοπτικό πόρισμα με τις προτάσεις της για την ανώτατη εκπαίδευση. Γιατί η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας τους είχε κιόλας υπερκεράσει, δηλ. ουσιαστικά αχρηστεύσει, εξαγγέλλοντας μια σειρά αποσπασματικές ρυθμίσεις με αποκορύφωμα το σχέδιο για τις ιδιωτικές πανεπιστημιακές σχολές των Μητροπολιτών. Η δυσαρέσκεια των «σοφών» δεν ήταν παρά η απαρέσκεια της πολιτικής εξουσίας για την έρευνα και τη γνώση, δηλ. τελικά και για τους «δικούς» της διανοούμενους.
Θα σχολιάσω με άλλη ευκαιρία αυτό το επεισόδιο. Εδώ θα περιοριστώ να δείξω σύντομα την έωλη λογική και την ιδεολογική αφετηρία των προτάσεων της επιτροπής των οχτώ εμπειρογνωμόνων, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στο σύνολο του τύπου.

  1. Οι προτάσεις αναφέρονται κυρίως σε επιφαινόμενα της ακαδημαϊκής και κοινωνικής λειτουργίας της ανώτατης εκπαίδευσης και διαπνέονται από μια ψευδεπίγραφη τεχνοκρατική ιδεολογία. Οι «σοφοί» θεωρούν πως, αν αναδείξουν και περιγράψουν σύντομα ορισμένες όψεις της ακαδημαϊκής λειτουργίας των ΑΕΙ, θα αποδείξουν αβίαστα και λογικά τη σύστοιχη κοινωνική σπουδαιότητα ή σημασία των προτάσεών τους. Μια τέτοια «ουτοπική προσέγγιση του πραγματικού» είναι απλώς το τίμημα της κατάφωρης απουσίας θεωρητικού «παραδείγματος» για τις σχέσεις πανεπιστημιακής εκπαίδευσης-κοινωνίας.
  2. Η έλλειψη θεωρητικού «παραδείγματος» πάει χέρι-χέρι με τη συστηματική απουσία στήριξης των επιμέρους προτάσεων σε σύστοιχα ερευνητικά δεδομένα. Οι οχτώ «σοφοί» δεν απάντησαν σε μια κεφαλαιώδη διάζευξη: Είτε βρέθηκαν, ως προς την ανώτατη εκπαίδευση, σε μια ερευνητική Σαχάρα - πού έρρευσε άραγε ο πακτωλός των πολυδιαφημισμένων ΕΠΕΑΕΚ; - είτε, «σοφά» ποιούντες, παραιτήθηκαν από τη χρονοβόρα διακρίβωση της ορθότητας εμπειρικών δεδομένων - δηλ. και των συνεπαγωγών τους. Έτσι οι «σοφοί» προτίμησαν να υιοθετήσουν τη γνώριμη νεοελληνική πρακτική επιτροπών, που εξαντλούν την επιστημονική θεμελίωση των πορισμάτων τους στην παράθεση γενικόλογων αφορισμών.
  3. Αυτή η σιωπή των σοφών θέτει ευθέως το κρίσιμο ερώτημα για τα όρια της καταλληλότητας-αρμοδιότητας κάθε επιτροπής εμπειρογνωμόνων. Το λεγόμενο «διανοητικό κεφάλαιο», το οποίο έχει σωρεύσει π.χ. ένας «διεθνώς αναγνωρισμένος» μαθηματικός στο γνωστικό αντικείμενο της ειδικότητάς του, τον καθιστά αυτόματα ή επαγωγικά αρμόδιο και κατάλληλο για τη διερεύνηση της κοινωνικής λειτουργίας των ΑΕΙ; Μόνον αν υιοθετεί κανείς το ιδεολόγημα του «καθολικού επιστήμονα», δηλ. τελικά το ιδεολόγημα της ενιαίας και αμετάβλητης «ανθρώπινης φύσης», μπορεί να δεχτεί αυτή τη γνωσιακή  πασαρέλα της αρμοδιότητας. Γιατί, χωρίς τουλάχιστον επίγνωση αυτών των ορίων, η αρμοδιότητα κάθε επιτροπής εμπειρογνωμόνων δεν είναι τίποτε άλλο από την πολιτικά «καθαγιασμένη» πράξη συγκρότησής της.
  4. Τέτοιου είδους ορισμοί επιτροπών - μπορούμε εύκολα να εικάσουμε πώς θα λειτουργήσει και η «ανεξάρτητη διοικητική αρχή» με την επωνυμία «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (νόμος 3374) - παράγουν βέβαια πολλαπλά αποτελέσματα. Έτσι καταρχήν, στο πόρισμα της επιτροπής των οχτώ «σοφών», οι γενικόλογοι αφορισμοί αναδεικνύουν καθαρά τις συνεπαγωγές από την απουσία θεωρητικού «παραδείγματος»: Η πρόταση π.χ. να στηριχτούν οικονομικά με υποτροφίες οι φοιτητές από τα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα – φυσικά με ακαδημαϊκές προϋποθέσεις – είναι και παλιά (π.χ. από την εποχή του Ν. Σαρίπολου: 1865) και καθολικά αποδεκτή. Η πρόταση θα ήταν πράγματι σοφή, εάν προϋπέθετε μια θεωρητική-εμπειρική απάντηση στα ερωτήματα: Πότε εφαρμόστηκε την τελευταία φορά ένα παρόμοιο ευρύ πρόγραμμα υποτροφιών και πότε (φυσικά και για ποιους λόγους) σταμάτησε; Πόσες υποτροφίες θα χορηγούνται κάθε χρόνο σε κάθε τμήμα, δηλ. ποια θα είναι η συνολική δαπάνη στον ετήσιο προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας; Πότε προβλέπεται να εφαρμοστεί ένα τέτοιο πρόγραμμα υποτροφιών, με δεδομένη τη μείωση των κρατικών δαπανών για την ανώτατη εκπαίδευση; Το ύψος των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση είναι απλώς μια λογιστική διαδικασία ή πρώτιστα αποτέλεσμα μιας πολύ συγκεκριμένης κοινωνικο-οικονομικής πολιτικής (δηλ. συμφερόντων ομόλογων κοινωνικών ομάδων εξουσίας) για το δημόσιο σχολείο;
  5. Οι γενικόλογοι αφορισμοί υπονομεύουν συχνά και τις στοιχειώδεις  δεσμεύσεις του λεγόμενου «κοινού νου». Έτσι π.χ. οι τρεις «εναλλακτικές» προτάσεις, κατά το μεταβατικό στάδιο πριν από την οριστική κατάργηση της δωρεάν παροχής πανεπιστημιακών συγγραμμάτων (ένα ή δύο για κάθε μάθημα), αγνοούν τη σιωπηρή λογική της ανταλλακτικής αξίας των «κουπονιών» (πρώτη πρόταση), τις υλικές προϋποθέσεις αποθήκευσης των δανειζόμενων συγγραμμάτων (δεύτερη πρόταση) και την αρχή της βαθμολογικής ισοτιμίας των μαθημάτων «κορμού-επιλογής» (τρίτη πρόταση). Εάν συνυπολογίσει κανείς τις επιπρόσθετες γραφειοκρατικές δυσκαμψίες, που η κάθε μια από αυτές τις εναλλακτικές προτάσεις θα προκαλέσει σε πανεπιστημιακά τμήματα - οι οχτώ «σοφοί» δεν σκέφτηκαν να μας πουν, αν τα ΑΕΙ χρειάζονται άλλες κατηγορίες «προσωπικού» (ποιες και πόσους σε κάθε κατηγορία) - τότε θα συμφωνήσουμε εύκολα γιατί η πρότασή τους να προσληφθεί σε κάθε πανεπιστημιακό ίδρυμα «επαγγελματίας οικονομικός διαχειριστής (μάνατζερ)» καθιστά ψευδεπίγραφη την «τεχνοκρατική ιδεολογία» των αφορισμών τους. Οι «σοφοί» αγνοούν ασφαλώς πως τα πανεπιστήμια έχουν ήδη δύο τέτοιους διαχειριστές: Τον «οικονομικό επίτροπο» και τη λεγόμενη «επιτροπή ερευνών» και ακριβώς εξαιτίας και των δύο ναρκοθετείται συχνά η νομοθετημένη πλήρης αυτοδιοίκησή τους.
  6. Η ιδεολογία του αφελούς «αντικειμενισμού» διατρέχει την πρόταση της επιτροπής για την υποχρεωτική συμμετοχή «έγκριτων εξωτερικών κριτών» στα εκλεκτορικά σώματα, που αποφασίζουν την πρόσληψη ή εξέλιξη μελών ΔΕΠ. Ως εάν μπορεί να συνταχθεί για κάθε επιστήμη και για κάθε ειδίκευσή της ένας «αντικειμενικός» κατάλογος «έγκριτων κριτών» [sic], από τον οποίο «αντικειμενικά» το κάθε πανεπιστημιακό τμήμα θα επέλεγε τους «αρμόδιους» για τη συμπλήρωση των εκλεκτορικών σωμάτων. Μια τέτοια πρόταση διευκολύνει την πιο ωμή παρέμβαση του υπουργείου Παιδείας στις ακαδημαϊκές κρίσεις – οι οχτώ «σοφοί» αγνοούν το πρόσφατο συναφές «σαφάρι» του υπουργείου – και φυσικά τείνει να νομιμοποιήσει σιωπηρά, στο όνομα της ουδέτερης κοινωνικά επιστήμης, κυρίαρχες ιδεολογικές αναπαραστάσεις για την κοινωνία και τη φύση. Με δυο λόγια τείνει να δικαιολογήσει τελικά κάθε απόπειρα σμίκρυνσης των περιθωρίων ακαδημαϊκής κριτικής στην εξουσία.

Η μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, την οποία εύχεται καταληκτικά η επιτροπή, δεν εξαντλείται βέβαια με την επίκληση των «φαντασμάτων» για τους αιώνιους και μετεγγραφόμενους φοιτητές ούτε ακόμα με την αλλαγή του τρόπου και του ποσοστού συμμετοχής των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές ή, τέλος, με τη διεύρυνση της «επιτροπής ασύλου». Κι αυτές, ωστόσο, οι προτάσεις συνιστούν βάσιμες ενδείξεις για τη σιωπηρή ιδεολογική αφετηρία, από την οποία ξεκινάει το πόρισμα των «σοφών»: Ένα αυταρχικό φιλελευθερισμό για τη διοίκηση των ΑΕΙ, διανθισμένο με μια σύστοιχη φιλοσοφία της «αντικειμενικής επιστήμης». Επειδή κάθε πρόταση ή αφορισμός για το πανεπιστήμιο εντάσσεται αναγκαστικά στο πεδίο της ιδεολογικο-πολιτικής σύγκρουσης (μέσα και έξω από την ανώτατη εκπαίδευση), απομένει να δούμε με ποιο τρόπο το πόρισμα των οχτώ «σοφών» θα «αναχωνευτεί» στην πρόσφατη γαλαζο-πράσινη συναίνεση για τα ΑΕΙ, ιδιαίτερα μάλιστα ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης.