«ΠΑΙΔΙΑ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ»

 

του Μπάμπη Νούτσου

 

Σύμφωνα με τις εφημερίδες, η υπουργός Παιδείας, απορρίπτοντας το αίτημα του προέδρου του ΣΥΝ να μην ισχύσει από φέτος η «βάση του δέκα» στις εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, υποστήριξε στη Βουλή, ανάμεσα σ’ άλλα, και τα αμέσως επόμενα: «Δεν είναι όλα τα παιδιά κατάλληλα για τα πανεπιστήμια. Είτε γιατί δεν έχουν διαβάσει αρκετά είτε γιατί είχαν διαφορετικές κλίσεις […]».

Αυτός ο υπουργικός ισχυρισμός εκφράζει απερίφραστα την εκπαιδευτική εκδοχή της μακραίωνης και πανίσχυρης αστικής ιδεολογίας για τον καθοριστικό ρόλο κάποιων έμφυτων ατομικών ικανοτήτων στη σχολική επιτυχία. Πρόκειται ακριβώς για την ίδια ιδεολογία, που συνιστά την «κινητήρια δύναμη» του σχολείου, ως κρατικού ιδεολογικού μηχανισμού, από τις καθημερινές πρακτικές του έως π.χ. το περιεχόμενο του κειμένου του Ε.Π. Παπανούτσου, το οποίο δόθηκε στις φετινές εισαγωγικές εξετάσεις στο μάθημα «Νεοελληνική Γλώσσα Γενικής Παιδείας»!

Μια θεωρητική καταρχήν κριτική αυτής της ιδεολογίας δείχνει εύκολα την έωλη λογική της. Γιατί κάθε τέτοιου είδους ισχυρισμοί για τις σχολικές εξετάσεις αποσυνδέουν σιωπηρά το είδος και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων εξεταστικών πρακτικών και συνακόλουθα τη συνολική λειτουργία του σχολείου από τη συζυγία των σχολικών αποτελεσμάτων. Χάρη σ’ αυτή την αποσύνδεση επιρρίπτεται η εξεταστική αποτυχία αποκλειστικά στα «παιδιά». Έτσι τα εξεταστικά αποτελέσματα ερμηνεύονται ουσιοκρατικά – με βάση την αφηρημένη έννοια της «καταλληλότητας» - και τελικά η εξεταστική πολιτική της εξουσίας, όπως και ο σχολικός μηχανισμός, αθωώνονται παιδαγωγικά και κοινωνικο-πολιτικά. Με άλλα λόγια, ο υπουργικός ισχυρισμός δεν προσεγγίζει τις εξεταστικές πρακτικές ως σχέση: Σχέση ενός κοινωνικά και μορφωτικά διαφοροποιημένου μαθητικού πληθυσμού με αυθαίρετες κοινωνικά και γνωσιακά εξεταστικές πρακτικές.

Η απόκρυψη του σχεσιακού χαρακτήρα αυτών των πρακτικών – όπως εννοείται και συνολικά του σχολείου – παράγει πολλαπλά αποτελέσματα. Περιορίζομαι εδώ, για το θέμα μου, να σημειώσω τα δύο επόμενα: 1. Είναι μάλλον απίθανο να μάθει κανείς πόσοι υποψήφιοι από κάθε κοινωνική τάξη ή κατηγορία έγραψαν συνολικά φέτος σε ποσοστό 60% κάτω από την αυθαίρετη βάση του δέκα, στο μάθημα «Νεοελληνική Ιστορία» στις εξετάσεις της θεωρητικής κατεύθυνσης, όταν η γνωστή «Στατιστική της Εκπαίδευσης» επιμένει, από την ίδρυσή της έως σήμερα, να φοράει παρωχημένα αστικά ματογυάλια στο διάβασμα της κοινωνικής λειτουργίας του σχολείου. 2. Είναι μάλλον απίθανο να περιοριστεί η πρακτική της απομνημόνευσης του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων, όταν και οι δύο λεγόμενες «ομάδες θεμάτων» στις απολυτήριες εξετάσεις,  π.χ. στη «θεωρητική κατεύθυνση», μπορούν εύκολα να ταξινομηθούν στην στοιχειώδη γνωστική περιοχή της ανάκλησης αυτούσιων πληροφοριών, που περιέχονται στο αντίστοιχο εγχειρίδιο. Είναι τελικά προφανές πως η έμμεση υπουργική προτροπή για «περισσότερο διάβασμα» σημαίνει απλώς καλύτερη και γενικευμένη αποστήθιση!

Όσοι λοιπόν σοφίζονται σήμερα εκπαιδευτικά γιατροσόφια , για να απαλύνουν τον πόνο των υποψηφίων, που σε ποσοστό 42% αποκλείστηκαν από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, είτε αγνοούν – στην καλύτερη περίπτωση – τις πραγματικές αντιφάσεις του τυπικού εκπαιδευτικού εκδημοκρατισμού είτε συνειδητά επιδιώκουν να τις οξύνουν – π.χ. με την επιχειρούμενη συνταγματική τροποποίηση του άρθρου 16. Η θεωρητική κριτική των σύστοιχων ιδεολογημάτων για την εκπαίδευση μπορεί να συμβάλει σε μια ανανέωση της έμπρακτης αμφισβήτησης του εκπαιδευτικού δικομματισμού τον προσεχή Οκτώβριο …