«ΛΥΣΑΡΙΑ»

του Μπάμπη Νούτσου

Τώρα, που με την έκβαση της πρόσφατης πανεκπαιδευτικής απεργίας διαπιστώθηκε ακόμα μια φορά πως η επίσημη ρητορική για την «αξία» της Παιδείας επικαλύπτει απλώς ιδεολογικούς πομφόλυγες, οι συνδικαλισμένοι δάσκαλοι-καθηγητές μπορούν να συμπεριλάβουν στις νέες μορφές του αγώνα τους και την προοπτική να αναπτύξουν αποτελεσματικές διδακτικές πρακτικές, με στόχο τον αναπροσανατολισμό της κυρίαρχης λογικής των σχολικών γνώσεων, όπως αυτές περιέχονται στα νεόκοπα σχολικά εγχειρίδια.
Γιατί σήμερα δεν αντιμετωπίζουμε πια στο ζήτημα των σχολικών βιβλίων τα γνωστά φαινόμενα της βιβλιεμπορίας του 19ου αιώνα ή τη μεταγενέστερη επιμέρους εξω-σχολική παρεμβολή των γνωστών «λύσεων» και «αναλύσεων» του περιεχομένου ορισμένων μαθημάτων (σχεδόν αποκλειστικά στη μέση εκπαίδευση). Σήμερα, αντίθετα, πρόκειται για συνολική εισβολή παρόμοιων πρακτικών για όλα τα μαθήματα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Με μια καίρια διαφορά: Αυτές οι «λύσεις» είναι σύμφωνες με τον αρχικό σχεδιασμό των αναλυτικών προγραμμάτων και τις διαδικασίες εκτύπωσης των σχολικών βιβλίων. Δεν «μεταφράζουν» απλώς την επίσημη λογική και το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων. Έχουν πρώτιστα τη σιωπηρή αποδοχή της πολιτικής εξουσίας, γι’ αυτό και μπορούν να κυκλοφορούν ως σχολικό εμπόρευμα ταυτόχρονα ή και νωρίτερα από τη δωρεάν διανομή των κρατικών σχολικών εγχειριδίων στους μαθητές.
Αυτή η νέα βιβλιακή σχολική πραγματικότητα, που εύστοχα περιγράφεται με τον τίτλο «λυσάρια», είναι κυρίως αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής της προηγούμενης ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας (ΠΑΣΟΚ – Π. Ευθυμίου) και συνδέεται κομβικά με τους όρους-κανόνες που αυτή επέλεξε για την εκτέλεση των πολυδιαφημισμένων «Επιχειρησιακών Προγραμμάτων Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης» (ΕΠΕΑΕΚ). Γιατί τα νεόκοπα σχολικά εγχειρίδια για τις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης είναι προϊόντα («πράξεις») ενός τέτοιου ΕΠΕΑΕΚ.
Δύο πολιτικά ζητήματα θέτει καταρχήν ο τρόπος, δηλ. οι όροι εκτέλεσης του σχετικού προγράμματος με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών και συγγραφή νέων εκπαιδευτικών πακέτων»: Το πρώτο είναι ο έλεγχος και η αξιολόγηση των δαπανών σε όλες τις φάσεις της εκτέλεσης και, το δεύτερο, η διερεύνηση των νομικών επιπτώσεων που απορρέουν από την υπουργική παραχώρηση του δικαιώματος «προεκτυπωτικών εργασιών» σε τρεις ιδιωτικούς εκδοτικούς οίκους. Η μικροσκοπική διερεύνηση αυτών των ζητημάτων από τα κόμματα της Αριστεράς θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει το πεδίο μιας δημόσιας πολιτικής κριτικής των προϋποθέσεων αυτής της νέας βιβλιακής πραγματικότητας.
Παράλληλα, ωστόσο, μ’ αυτή την κριτική οι εκπαιδευτικοί, που αναγνωρίζουν την υποχρέωσή τους να συμβάλουν στην εκπαίδευση των μαθητών τους «ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή» (όπως ορίζει ο ισχύων νόμος), έχουν το δικαίωμα, ανάμεσα σ’ άλλα, να εξορίσουν από το σχολείο τα «λυσάρια», διαβεβαιώνοντας μαθητές και γονείς πως θα τα αγνοήσουν έμπρακτα τόσο στο «μάθημα» όσο και στα «τετράδια εργασίας» των μαθητών. Μια τέτοια διαβεβαίωση δεν εγκλωβίζει την καθημερινή διδασκαλία στη λογική του εγχειριδίου κι ούτε την εξαντλεί στην αναπαραγωγή του περιεχομένου του. Έτσι μπορεί να καταπολεμηθεί η άκριτη αποστήθιση και τα συμπαρομαρτούμενα για την ψυχική υγεία των μαθητών και τις σχολικές δαπάνες των γονέων.
Γιατί οι έτοιμες απαντήσεις, που προσφέρονται στους μαθητές με τη μορφή «λύσεων», «αναλύσεων» κτό., έχουν βαρύτατες παιδαγωγικές και κοινωνικο-πολιτικές συνέπειες: Αφήνουν καταρχήν ανεξέταστες τις ίδιες τις ερωτήσεις, δηλ. αίρουν κάθε δυνατότητα κριτικής προσέγγισης της επίσημης σχολικής γνώσης, υπονομεύουν το χαρακτήρα και την αποτελεσματικότητα της διαλεκτικής παιδαγωγικής σχέσης δασκάλου-μαθητών αναγορεύοντας σχολικό βιβλίο και «λυσάριο» ως μοναδικά κριτήρια της ορθότητας των γνώσεων, επαυξάνουν ένα κοντόθωρο σχολειακό ωφελισμό, αποκρύπτουν τον ιστορικό και συλλογικό χαρακτήρα της γνώσης, ευνοούν την εθισμένη πρόσκτηση και αναπαραγωγή των κυρίαρχων σχημάτων σκέψης στα σχολικά περιεχόμενα και τέλος συνεισφέρουν στην ασυνείδητη υιοθέτηση μορφών κυρίαρχης ιδεολογίας για την ιστορία, την κοινωνία και τη φύση. Με δυο λόγια, οι μαθητές προετοιμάζονται και από αυτή τη σκοπιά ως καταναλωτές-πελάτες κι όχι ως δυνάμει φορείς δημοκρατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Έχω προτείνει σ’ αυτήν εδώ τη στήλη (19.3.2006) με συντομία κάποιους συγκεκριμένους τρόπους, με τους οποίους οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές μπορούν να αναπτύξουν μέσα στη σχολική τάξη νόμιμες πρακτικές αναπροσανατολισμού των διδασκόμενων σχολικών γνώσεων. Οι συνδικαλισμένοι εκπαιδευτικοί δεν θα αρκεστούν βέβαια στις ως τώρα επίσημες «επιμορφωτικές συναντήσεις» για τα νέα σχολικά βιβλία και φυσικά ούτε στα υποκατάστατα ιδιωτικών εκδοτικών οργανισμών. Οι ηγεσίες τους, οι «παρατάξεις» τους, οι σύλλογοί τους κτό, διεκδικώντας στην πράξη το δικαίωμα της συνταγματικής ισοπολιτείας στη μόρφωση των παιδιών τους, μπορούν επιπλέον να καταδείξουν  και έξω από το σχολείο τα παιδαγωγικά και κοινωνικοπολιτικά διακυβεύματα των νεόκοπων βιβλίων-«λυσαρίων». Για να καταστήσουν έτσι τη σχολική γνώση για τους μαθητές και όχι για την εξουσία και τους εκδότες λυσιτελή.