«ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ» ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

του Μπάμπη Νούτσου

 

          Τον περασμένο μήνα το ΥΠΕΠΘ δημοσιοποίησε το «Πρόγραμμα Ελληνικής Προεδρίας για θέματα Παιδείας», στο οποίο παρουσιάζεται διεξοδικά η λεγόμενη επιχειρησιακή οργάνωση της Προεδρίας για θέματα της κοινής ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής.
Το τομίδιο του προγράμματος πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά, μια και συμπυκνώνει τόσο τον κοινό ιδεολογικό προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) στην εκπαίδευση όσο και τις σύστοιχες διαδικασίες, με τις οποίες αυτός υιοθετείται και τείνει να επιβληθεί στην εκπαιδευτική πολιτική των επιμέρους κρατών-μελών της Ένωσης. Εδώ αρκούμαι να σχολιάσω σύντομα όσα συνδέονται με το περιεχόμενο του νεόκοπου όρου «Κοινωνία της Γνώσης».
Όπως γράφει, λοιπόν, το πρόγραμμα, «η Κοινωνία της Γνώσης κατοχυρώνεται ως το νέο, δυνητικά προνομιακό για τη χώρα μας, πεδίο δράσης και ανταγωνισμού στο διεθνές περιβάλλον». Αυτή η διατύπωση μπορεί να μεταφραστεί πιο απλά ως εξής: Το εθνικό κράτος έχει χάσει πια τον έλεγχο τόσο στην παραγωγή όσο και στην διάδοση των γνώσεων-επιστημονικών καινοτομιών. Αυτός ο έλεγχος ασκείται από δίκτυα της παγκόσμιας οικονομίας. Η χώρα μας, συνεπώς, όπως και η Ε.Ε., μπορεί να οργανώνει την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης ενόψει αυτής της οικονομίας και δι’ αυτής με απώτερο στόχο την οικονομική της ανάπτυξη. Μ’ άλλα λόγια το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας (2000) επικύρωσε και θεσμικά τον Ιανό της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης».
Αν, λοιπόν, η σχέση ανάμεσα στη γνώση και την εξουσία διαμορφώνεται πλέον στο πεδίο της παγκόσμιας αγοράς, τότε το σχολείο οφείλει με τη σειρά του να μετασχηματιστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Γι αυτό και διαβάζουμε στο τομίδιο της Ελληνικής Προεδρίας τα επόμενα: «Το ζητούμενο είναι να μετασχηματίσουμε τα εκπαιδευτικά μας συστήματα ώστε να γίνουν ικανά: να αποτελέσουν τη βάση της οικονομικής ανάπτυξης συλλαμβάνοντας τη δυναμική της νέας οικονομίας. να γίνουν οι αποφασιστικοί δίαυλοι  μεταφοράς γνώσης και δεξιοτήτων προκειμένου να βελτιωθούν οι δυνατότητες απασχόλησης για όλους, απορροφώντας τις ραγδαίες οικονομικές αλλαγές τις οποίες και να εκμεταλλεύονται έγκαιρα και άμεσα ώστε να διασφαλίζουν το μέλλον της νέας γενεάς. αλλά κυρίως να συμβάλλουν στην ανάπτυξη των κοινωνικών αξιών που χαρακτηρίζουν τις δημοκρατικές κοινωνίες, της κοινωνίας των πολιτών, της κοινωνίας της πολιτισμικής ανοχής, των στοιχείων δηλαδή που συγκροτούν τη γενική παιδεία και διαμορφώνουν σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατική ταυτότητα».
Όλα τα παραπάνω μπορούν να ειπωθούν σύντομα ως εξής: Το σχολείο οφείλει πλέον, υπό την κυριαρχία της παγκόσμιας αγοράς, να διαμορφώσει στους μαθητές του δεξιότητες/ικανότητες παγκόσμια αποδεκτές, που, στο όνομα της σύγχρονης ευρωπαϊκής δημοκρατίας, δε θα αμφισβητούν τη φύση και τη λειτουργία αυτής της αγοράς.
Μια και αυτή η παγκόσμια αγορά βασίζεται στη γνώση –η Κοινωνία της Γνώσης- πρέπει ν’ αλλάξουν καταρχήν στο σχολείο οι στόχοι του (δηλ. τα μαθησιακά του αποτελέσματα) και συνεπώς ό,τι σχετίζεται μ’ αυτούς: Αύξηση του μέσου επιπέδου εκπαίδευσης όλων των μαθητών, νέα αναλυτικά προγράμματα και διδακτικά βιβλία, εισαγωγή και διάδοση νέων τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορίας, νέες μέθοδοι διδασκαλίας και εκτίμησης (αξιολόγησης) των μαθησιακών αποτελεσμάτων, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και συστηματική αξιολόγηση του έργου τους (και των ίδιων), εισαγωγή δεικτών συγκριτικής αποτίμησης (ενδοσχολικής, διασχολικής και διεθνούς) της ποιότητας των μαθησιακών αποτελεσμάτων, ανάπτυξη νέων εταιρικών σχέσεων με το σχολείο (δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς), δια βίου μάθηση κτό.
Τα θεσμικά μέτρα που εγκαινιάστηκαν το 1997 (υπουργία Αρσένη) και με περισσότερη ευελιξία εφαρμόζονται και διευρύνονται σήμερα (υπουργία Ευθυμίου) δεν είναι ούτε ευκαιριακά ούτε υπουργικά. Αποτελούν αντίθετα την ελληνική εκδοχή της κυρίαρχης εκπαιδευτικής ιδεολογίας στην Ε.Ε.
Ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει εδώ να αναλύσω πώς και σε ποιο βαθμό καθένα από αυτά τα μέτρα μεταφράζει βασικές όψεις αυτής της ιδεολογίας. Πολύ συνοπτικά θα τονίσω πως, εφόσον και το σχολείο συμβάλλει (πάντοτε ως Παιδεία!) στη διευρυνόμενη αναπαραγωγή και διαχείριση της εργασιακής δύναμης (εννοείται ως κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας), τα μέτρα αυτά ως συνολική πολιτική στρατηγική στοχεύουν: α) στην εξασφάλιση επάρκειας ενός εφεδρικού εργατικού δυναμικού για την κάλυψη πολλαπλών αγοραίων αναγκών (εγχώριων-ξένων, προσωρινών-αορίστου χρόνου κτό.) και β) σε μια μονοσήμαντη κατάρτισή του, που, στο όνομα της τεχνολογικής πληροφορίας, και με την εγκαθίδρυση αγοραίων μαθησιακών κριτηρίων, υπονομεύει σιωπηρά την αξία της γενικής παιδείας και τις προϋποθέσεις κατανόησης του κοινωνικού.
Δεν ισχυρίζομαι ασφαλώς πως έως πρόσφατα βασίλευε στο ελληνικό σχολείο η ανιδιοτελής παιδεία, η συλλογική προσπάθεια κατάκτησής της και οι χαμηλοί κοινωνικοί δείκτες σχολικής αποτυχίας. Έχω εξάλλου αναλύσει παλιότερα τα αποτελέσματα του τυπικού εκδημοκρατισμού στην εκπαίδευση, τα τελευταία  είκοσι χρόνια. Ισχυρίζομαι, αντίθετα, πως τα νέα εκπαιδευτικά μέτρα και το ιδεολόγημα για την «Κοινωνία της Γνώσης» (που αντικατέστησε εκείνο του «εκσυγχρονισμού») θα τείνουν στην περαιτέρω εκπτώχευση της μορφωτικής λειτουργίας του σχολείου, περιορίζοντας ή συρρικνώνοντας ακόμα περισσότερο τη σχετική του αυτονομία έναντι του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.
Η μετάβαση από τον «εκδημοκρατισμό» στην «Κοινωνία της Γνώσης» θα είναι ασφαλώς άδηλη για καιρό. Γιατί, πέρα από τη λεγόμενη «ένθετη θεσμική βαρύτητα» του ίδιου του σχολείου, οι νέες εκπαιδευτικές αλλαγές είναι πολύ πιθανό να σκοντάψουν καταρχήν στη σύμφυτη πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, δηλ. στις περιορισμένες δημόσιες εκπαιδευτικές δαπάνες. Θα σκοντάψουν ασφαλώς στην αντίδραση των εκπαιδευτικών συνδικάτων και όλων εκείνων των κοινωνικο-πολιτικών δυνάμεων, που αρνούνται ποικιλότροπα –στη χώρα μας και διεθνώς- τις κυρίαρχες (καπιταλιστικές) σχέσεις παραγωγής και την ιδεολογία της «Κοινωνίας της Γνώσης».