(ΓΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ)

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

του Μπάμπη Νούτσου

 

Οι απεργίες των συνδικαλισμένων πανεπιστημιακών δασκάλων-ερευνητών και οι ογκώδεις φοιτητικές διαμαρτυρίες, τον περασμένο Ιούνιο, εναντίον της κυβερνητικής πανεπιστημιακής πολιτικής, προκάλεσαν, εκτός από την κυβερνητική αναδίπλωση, μια σειρά από θυμωμένα και αμετροεπή σχόλια σε μια ετερόκλητη ομάδα διανοουμένων. Κάποιοι δηλ. «πανεπιστημιακοί της εξουσίας», ορισμένοι παλιοί και νέοι δημοσιογράφοι «σοβαρών» εφημερίδων και κυρίως μια πληθώρα ναρκισσευόμενων επιστολογράφων βάλθηκαν ανέξοδα να επιδαψιλεύουν με ανυπόστατους ισχυρισμούς και άκομψα ευφυολογήματα τους απεργούντες και τη συνδικαλιστική τους ηγεσία.
Ο στόχος τους ήταν προφανής: Να δικαιολογηθεί η ορθότητα και αναγκαιότητα των κυβερνητικών σχεδίων για το Πανεπιστήμιο με την ταυτόχρονη απαξίωση των φορέων της απεργίας. Οι αντιφάσεις, οι σαρκασμοί και η διαβολή ποσώς ενδιέφεραν αυτή τη συγχορδία της κυβερνητικής αδιαλλαξίας. Η ρητορική του εύκολου «κατηγορείσθαι» κατέληγε εξάλλου στη μόνιμη επωδό: Οι απεργίες, δηλ. οι φορείς τους, «είχαν έναν βαθιά συντηρητικό χαρακτήρα». Γιατί, τελικά, στόχευαν στο να «μην αλλάξει τίποτε στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».
Είναι, ωστόσο, απολύτως βέβαιο πως όλοι αυτοί οι ευφυολογούντες συνήγοροι της κυβερνητικής πολιτικής είτε αγνοούσαν είτε παρασιωπούσαν σκόπιμα τις εξειδικευμένες προτάσεις των συνδικαλισμένων πανεπιστημιακών (ΠΟΣΔΕΠ), που συνοψίζονταν σχηματικά σε δύο αλληλοσυμπληρούμενα αιτήματα: Να καταργηθούν ή να αποσυρθούν τα λεγόμενα νομοθετήματα και σχέδια της «απαξίωσης» του Πανεπιστημίου (π.χ. ο νόμος 3374/2005 και τα ομόλογα «πορίσματα» κάποιων δήθεν εμπειρογνωμόνων) και κυρίως να αναβαθμιστεί οικονομικά (έρευνα) και θεσμικά (αυτοτέλεια) η συνταγματικά κατοχυρωμένη δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση. Οι φορείς, συνεπώς, των κινητοποιήσεων ζητούσαν κι αυτοί αλλαγή. Με διαφορετικό, ωστόσο, περιεχόμενο και σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη της εξουσίας.
Από τις επικρίσεις, που διατυπώθηκαν εναντίον των κινητοποιήσεων, ξεχώρισαν ελάχιστες, κυρίως όσες επιχείρησαν να αρθρώσουν μια φαινομενικά δομημένη αντίρρηση. Από το ίδιο, λοιπόν, δημοσιογραφικό βήμα υποστηρίχθηκε έτσι ρητά τόσο η ανάγκη για «γενναία χρηματοδότηση και ουσιαστική αυτονομία» του Πανεπιστημίου (χωρίς, ωστόσο, να ειπωθούν δύο φράσεις για την πηγή της χρηματοδότησης και τον πολιτικό χαρακτήρα της αυτονομίας) όσο και ο δημόσιος χαρακτήρας του. Όλα αυτά, βέβαια, υπό ένα βασικό όρο: Πως και η Ευρωπαϊκή Ένωση και η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» θα «μας» επιβάλλουν αναγκαστικά συγκεκριμένες αλλαγές. Η αναπότρεπτη πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση θα προβληθεί ως «ευρύτερο διακύβευμα» ή «απορία» για το πώς «μπορούμε [ποιοι;] να συνδυάσουμε τις αλλαγές που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση με τη διαφύλαξη του δημόσιου ρόλου και χαρακτήρα του πανεπιστημιακού θεσμού».
Αυτές οι απόψεις που επισείουν ή κατασκευάζουν το φόβητρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της «παγκοσμιοποίησης» - αφήνω στην άκρη την επιτελεστική λειτουργία μιας ορισμένης χρήσης αυτού του τελευταίου όρου – αγνοούν ή παρακάμπτουν καταρχήν σε πραγματολογικό επίπεδο τις οργανωτικές μεταβολές που επήλθαν στο «δημόσιο ρόλο και χαρακτήρα» του Πανεπιστημίου, όχι ως απόρροια αλλαγών κάποιας αόρατης «παγκοσμιοποίησης» αλλά ως συγκεκριμένο αποτέλεσμα της συνολικής εκπαιδευτικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ για το Πανεπιστήμιο. Αρκούμαι εδώ, πρόθυμος πάντα να επανέλθω διεξοδικά, να σημειώσω τηλεγραφικά τις επόμενες: «Ειδικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου στα ΑΕΙ» (1987 και εξής),  «Σύσταση Ειδικών Λογαριασμών» (1988 και εξής), όροι εκτέλεσης των πασίγνωστων ΕΠΕΑΕΚ (πρώτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και εξής), «Τεχνολογικά Πάρκα», «Τεχνοβλαστοί»! κτό. Με δύο λόγια, πρόκειται για μεταβολές που συνεχίζουν να υποσκάπτουν ποικιλόμορφα το «δημόσιο ρόλο και χαρακτήρα» του Πανεπιστημίου.
Αυτό το πραγματολογικό κενό υποδηλώνει πως τέτοιες ή παρόμοιες απόψεις για ευρωπαϊκά ή παγκόσμια φόβητρα απορρέουν θεωρητικά από ένα αγοραίο λειτουργισμό, με τον οποίο προσεγγίζεται και περιγράφεται η «μεταβαλλόμενη ιστορικά θέση του Πανεπιστημίου». Πρόκειται για λειτουργισμό, που οδηγεί είτε σε μια α-πολιτική περιγραφή του Πανεπιστημίου (η έσχατη απόληξή της είναι το σύνθημα για την καταπολέμηση της «κομματικοκρατικής ασυδοσίας»!) είτε σε μια συστηματική αδυναμία αιτιακής εξήγησης π.χ. της «νέας σχέσης του Πανεπιστημίου με την αγορά και τις επιχειρήσεις».
Ένας τέτοιος λειτουργισμός παράγει, βέβαια, και πολιτικά αποτελέσματα. Όταν οι θιασώτες του συρρικνώνουν τις «αδρές περιγραφές» τους στην έννοια της «καρικατούρας», για να χαρακτηρίσουν έτσι ισοπεδωτικά και μυωπικά την κυβέρνηση και τους συνδικαλισμένους απεργούς, τότε απλώς επιδιώκουν να προβάλουν την ορθότητα και αναγκαιότητα του τρίτου δρόμου: Τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την επικείμενη συνταγματική τροποποίηση του άρθρου 16. Ορισμένοι έχουν τη γενναιότητα να το δηλώνουν ρητά, ενώ σε άλλους τα παγιωμένα σχήματα παλιότερων τρόπων θεωρητικο-πολιτικής πρακτικής αποτυπώνονται σε μεγαλοστομίες περί «διακυβευμάτων» και «αποριών». Νομίζουν έτσι πώς τα δεκανίκια στις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ θα είναι πιο ασφαλή …