ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ

Του Μπάμπη Νούτσου

 

Μια κοινή αγοραία αντίληψη συνδέει τελικά τις νεόκοπες προτάσεις για τα «μη κρατικά ΑΕΙ» με τις ημερήσιες σχολικές εκδρομές – επιδρομές μαθητών σε πολυκαταστήματα της Αθήνας και με τις σιωπηρές συμφωνίες μαθητικών «συμβουλίων» και πρακτορείων ταξιδιών. Αν η κριτική της κερκόπορτας του «μη κερδοσκοπικού   χαρακτήρα» και της αφηρημένης έννοιας της «ποιότητας» της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι για την Αριστερά αναγκαία και επείγουσα, είναι εξίσου αναγκαία η κριτική της σιωπηρής λογικής που διατρέχει συνολικά την αναπαραγωγική λειτουργία του σχολικού μηχανισμού από το Νηπιαγωγείο έως το Πανεπιστήμιο. Μια τέτοια κριτική αφορά πρώτιστα τους εκπαιδευτικούς των δυο πρώτων εκπαιδευτικών βαθμίδων.

            Όταν μάχεται κανείς την κοινωνική καταπίεση και αδικία, τη μάχεται φυσικά σε όλες τις μορφές της. Οι εκπαιδευτικοί, συνεπώς, που διακρίνουν ή μπορούν να αντιληφθούν τις μορφές της ταξικής λειτουργίας του σχολείου, δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν μόνο σε μια θεωρητικο-πολιτική καταγγελία της. Χρειάζεται να βρουν και μέσα στο σχολείο τους κατάλληλους τρόπους και εύστοχες διδακτικές πρακτικές, για να επιδιώξουν έμπρακτα, στο όνομα της συνταγματικής ισοπολιτείας, ένα διαφορετικό αναπροσανατολισμό «καθιερωμένων» ή «αυτονόητων» σχολικών κατευθύνσεων.

            Διαφορετικός αναπροσανατολισμός σημαίνει, από μια τέτοια οπτική, θεωρητική παιδαγωγική κριτική εναντίον των μορφών της κυρίαρχης ιδεολογίας στο σχολείο και ταυτόχρονα έμπρακτη εφαρμογή αντίπαλων σχολικών πρακτικών. Πρόκειται, με λίγα λόγια, για τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

            Περιορίζομαι εδώ, με αφορμή την εισαγωγή νέων βιβλίων στην εκπαίδευση, να διατυπώσω ορισμένα σημεία, με βάση τα οποία θα μπορέσουν, όσοι   εκπαιδευτικοί  συμμερίζονται τις επόμενες θεωρητικές αρχές, να συγκροτήσουν μια αφετηρία  για πρακτικές αναπροσανατολισμού της κυρίαρχης σχολικής λογικής στο κρίσιμο θέμα των διδασκόμενων γνώσεων.

            1. Το πρώτο σημείο αφορά την ανεύρεση τρόπων μέσα στη σχολική τάξη για την αξιοποίηση των   εμπειριών των μαθητών, που προέρχονται από κοινωνικά αδικημένες ομάδες και στρώματα. Αξιοποίηση  της εμπειρίας σημαίνει καταρχήν να μην υποτιμούν οι εκπαιδευτικοί αυτές τις διαφορές, συγχέοντας τις διαφορετικότητες με την αξιολόγησή τους. Αξιοποίηση σημαίνει κυρίως σύνδεση των διαφοροποιημένων από πριν μαθητικών εμπειριών με τις σχολικές γνώσεις, δηλ. προσπάθειες στη σχολική τάξη, στο «μάθημα», να βρεθούν ομοιότητες και διαφορές, για να συγκροτηθεί τελικά ως επίτευγμα η γνώση.

            2. Αξιοποίηση των μαθητικών εμπειριών δεν σημαίνει ασφαλώς άκριτη αποδοχή του περιεχομένου και της μορφής των σχολικών γνώσεων. Σημαίνει, αντίθετα, μελέτη και κριτική ανάλυση π.χ. των σχολικών βιβλίων –για να περιοριστώ σ’ αυτή τη μορφή της επίσημης σχολικής γνώσης- για να μπορέσουν οι παραπάνω εκπαιδευτικοί να επισημάνουν τις συγκεκριμένες εκδοχές της κυρίαρχης ιδεολογίας για την ιστορία, την κοινωνία και τη φύση. Δηλ. εκείνες τις «γνώσεις» (ως πληροφορίες, λογική και μορφή) με τις οποίες μεταμφιέζονται και αποκρύπτονται ποικιλότροπα οι πραγματικές συνθήκες ύπαρξης των ανθρώπων. Εδώ η σύνδεση των σχολικών γνώσεων με ορισμένες μαθητικές εμπειρίες (π.χ. εργατών, μεταναστών, κοριτσιών) μπορεί ν’ αποβεί καταλυτική για την απομυθοποίηση του κοινωνικά –δηλ. ταξικά- αυθαίρετου περιεχομένου της σχολικής παιδείας. Είναι έτσι πολύ πιθανό πως πολλοί μαθητές θα μπορέσουν, μέσα από συλλογική διαδικασία απομυθοποίησης, να οικοδομήσουν μια ορθή γνώση των κοινωνικών σχέσεών τους με τους άλλους και τη φύση.

            3. Μια τέτοια κριτική ανάλυση προϋποθέτει απάντηση σε κάποια ερωτήματα, όπως τα επόμενα: α) Ποια εικόνα της κοινωνίας και της φύσης  έχουν κατασκευάσει οι συγγραφείς των επίσημων σχολικών βιβλίων, για να την «προσφέρουν» στους μαθητές; β) Τι δεν λένε τα σχολικά βιβλία για την ιστορία, την κοινωνία και τη φύση; γ) Τι αξίζει σήμερα να μάθουν οι μαθητές από όσα λένε και από όσα αποκρύπτουν για τα θέματα αυτά τα σχολικά βιβλία; δ) Ποιο νόημα θα είχαν όλα αυτά για τους μαθητές μέσα από τη σύνδεσή τους με τη διαφοροποιημένη κοινωνικά εμπειρία τους;

            Τέτοια ή παραπλήσια ερωτήματα δεν αφορούν τους εκπαιδευτικούς μόνο έξω από τη σχολική τάξη. Τους αφορούν κυρίως κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Παρόλα τα ασφυκτικά πλαίσια του αναλυτικού και ωρολογίου προγράμματος, παρόλη τη διδακτική ρουτίνα, την οποία ευνοεί η φύση και η δομή των σχολικών εγχειριδίων, και παρόλες τις διάφορες ενδοσχολικές και εξωσχολικές πιέσεις, τέτοια ερωτήματα μπορούν να τεθούν μέσα στη σχολική τάξη για την ανάπτυξη και εφαρμογή σύστοιχων διδακτικών πρακτικών και για τη σύνδεση-αξιοποίηση των μαθητικών εμπειριών με τις  επίσημες σχολικές γνώσεις. Πρόκειται ασφαλώς για πολιτικό και παιδαγωγικό διακύβευμα, πέρα από τις ιδεολογικές γαλαζο-πράσινες φανφάρες περί «ποιότητας» και «αναπτυξιακού και ανταγωνιστικού χαρακτήρα της εθνικής [sic] εκπαιδευτικής πολιτικής».